Η πρακτική της υιοθεσίας έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Παρά το ότι για πολλούς είναι ένας θετικός τρόπος στην απόκτηση παιδιού, η μείωση των υγιών βρεφών που διατίθενται για υιοθεσία δυσκολεύει την πραγματοποίησή της. Τα περισσότερα ζευγάρια κατορθώνουν τελικά να υιοθετήσουν έπειτα από μεγάλη επιμονή και προσπάθεια. Ωστόσο, οι απογοητεύσεις είναι συχνές, με υψηλούς συναισθηματικούς και οικονομικούς κινδύνους.
Η παραδοσιακή μυστικότητα στην υιοθεσία αντικαθίσταται από μεγαλύτερη ειλικρίνειατα τελευταία χρόνια. Τόσο στην ανεξάρτητη (ιδιωτική) υιοθεσία όσο και στην υιοθεσία μέσω φορέα, φυσικοί και θετοί γονείς έρχονται όλο και περισσότερο σε επικοινωνία-συναντούν ο ένας των άλλον, ανταλλάσσουν εκτενείς πληροφορίεςκαι,συχνά, διατηρούν μόνιμη επαφή.
Τα άτομα που προχωρούν από την υπογονιμότητα στην υιοθεσία έχουν ανάγκη να πενθήσουν την απώλεια ενός παιδιού που θα συνδέεται γενετικά και με τους δύο γονείς και να επιλύσουν τα όποια προβλήματα προκλήθηκαν από την εμπειρία της υπογονιμότητας για να συνεχίσουν με επιτυχία. Πρέπει επίσης να αποδεχτούν το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην υιοθεσία και την απόκτηση ενός φυσικού παιδιού.
Όσον αφορά την κοινωνία, αυτή εξακολουθεί να διατηρεί τα αρνητικά στερεότυπα της υιοθεσίας και,επομένως, οι θετοί γονείς έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν τους άλλους για οποιδήποτε λανθασμένη άποψη και να υπερασπίζονται αποτελεσματικά τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους. Τα ζευγάρια που θα αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα θα επιτύχουν και την καλύτερη λειτουργία της οικογένειάς τους.
Τέλος, τα ζευγάρια σκέφτονται όλο και περισσότερο να προχωρήσουν σε μη παραδοσιακές μορφές υιοθεσίας, όπως η χρήση σπέρματος, ωοκυττάρων ή εμβρύων δότη για την απόκτηση παιδιού. Τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα που προκαλεί η υιοθεσία είναι παρόμοια με αυτά που αντιμετωπίζουν τα ζευγάρια που καταφεύγουν σε αυτές τις μη παραδοσιακές μορφές υιοθεσίας.